
Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα
Το κτήριο στο οποίο στεγάζεται το Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας αφηγείται από μόνο του τη δική του ιστορία. Τη βυζαντινή εποχή, στη θέση του σημερινού μητροπολιτικού συγκροτήματος, πιθανότατα υπήρχε ένα μεγάλο μοναστήρι, το όνομα του οποίου δεν είναι γνωστό. Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης παραχωρήθηκε στους Χριστιανούς ως οικόπεδο, κοντά στα παραλιακά τείχη, για να κτίσουν εκεί το μητροπολιτικό τους μέγαρο. Το 1870, με την κατεδάφιση των παράλιων τειχών της Θεσσαλονίκης, διανοίχθηκε ο κάθετος δρόμος που αποτελεί τη σημερινή οδό Αγίας Σοφίας, ενώ συγχρόνως διαμορφώθηκε η σημερινή οδός Προξένου Κορομηλά, με την ευθυγράμμιση της παράλληλης προς την προκυμαία οδού. Με τον τρόπο αυτό, σχηματίστηκε η γωνία των οδών Αγίας Σοφίας και Προξένου Κορομηλά, στην οποία η ελληνική κοινότητα ανήγειρε στα 1881, σε οικόπεδο που ανήκε στην Μητρόπολη και με την οικονομική χορηγία του Δημητρίου Φιλίπποβιτς, εφόρου και ταμία της αντιπροσωπείας της κοινότητας, το πρώτο κτήριο που θα στεγάσει το Ελληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η πυρκαγιά
Η πυρκαγιά του 1890 προξένησε μεγάλες καταστροφές στο κεντρικό τμήμα της πόλης. Απώλειες υπέστη και το κτήριο του σημερινού Μουσείου που οικοδομήθηκε και πάλι το 1893 για να στεγάσει έως το 1912 το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα, με τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τις ασφάλειες, τη δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, και τη βοήθεια της ελληνικής κυβέρνησης, συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσό για την ανέγερση κτηρίων της ελληνικής κοινότητας. Σε αυτά συγκαταλέγονταν μια νέα Μητρόπολη και δίπλα της ένα μεγαλοπρεπές νεοκλασικό κτήριο, σε σχέδια του γερμανού αρχιτέκτονα Έρνστ Τσίλλερ, κατάλληλο για προξενικό μέγαρο. Το Προξενείο θεμελιώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1892 στη θέση του κατεστραμμένου κτηρίου και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν τον Αύγουστο του 1893, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται στις 2.000 οθωμανικές λίρες. Το 1894, το κτήριο ενοικιάστηκε στο ελληνικό κράτος και εκεί εγκαταστάθηκε ο Έλληνας Πρόξενος Γεώργιος Δοκός, που είχε παρακολουθήσει τις εργασίες ανέγερσής του.

